FFGR
Προβολή της ταινίας «Εγώ είναι ένας άλλος παρουσία του πρωταγωνιστή Κλες Μπανγκ και του σκηνοθέτη Φέλιξ Ράνταου
08.11.2026
ΝΕΑ
Η προβολή της ταινίας Εγώ είναι ένας άλλος πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 7 Νοεμβρίου, στο κατάμεστο Ολύμπιον, στο πλαίσιο του 67ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, παρουσία του σκηνοθέτη Φέλιξ Ράνταου και του Δανού ηθοποιού Κλες Μπανγκ.
Το κοινό υποδέχτηκε και καλωσόρισε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης. «Υπάρχουν ταινίες που μας φέρνουν αντιμέτωπους με την ηθική της Ιστορίας. Με αυτά που έγιναν και αυτά που θα έπρεπε να έχουν γίνει. Μας μιλούν για ανθρώπους που εκμεταλλεύτηκαν τον πόλεμο και προσπάθησαν να αλλάξουν την αλήθεια προς όφελός τους. Μία τέτοια ταινία είναι το Εγώ είναι ένας άλλος», σημείωσε, καλώντας στη σκηνή τους δύο συντελεστές.
Ο σκηνοθέτης Φέλιξ Ράνταου ευχαρίστησε το κοινό για την παρουσία του, καθώς και το Φεστιβάλ για την πρόσκληση και την ευκαιρία να παρουσιάσει την ταινία. «Ελπίζω να απολαύσετε τις δυνατές ερμηνείες και να έχετε τον νου σας στις μικρές παγίδες που ξεδιπλώνονται στην πορεία της Ιστορίας», ανέφερε.

Η συζήτηση που ακολούθησε με την ολοκλήρωση της προβολής επικεντρώθηκε σε ζητήματα ηθικής και ιστορικής αλήθειας, με ιδιαίτερη έμφαση στη δραματουργική ανάπτυξη της ταινίας, τις ανατροπές της πλοκής, καθώς και στις εσωτερικές αντιφάσεις των δύο κεντρικών χαρακτήρων. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε, επίσης, στην έννοια της αλήθειας, η οποία διατρέχει την ταινία και αναδεικνύεται ως ένα ζήτημα επίκαιρο και διαχρονικό.
«Εκτιμώ ιδιαίτερα τις ταινίες που μπορούν να αντέξουν στον χρόνο. Δεν ήθελα να δημιουργήσω μια ταινία που θα περιοριζόταν αποκλειστικά στην αναπαράσταση μιας άλλης εποχής. Με ενδιέφερε να διερευνήσω τη σύνδεσή της με το παρόν. Μια ταινία εποχής που δεν συνομιλεί με το σήμερα δεν θα είχε ιδιαίτερη αξία για μένα. Ήθελα να αγγίζει σύγχρονους προβληματισμούς, ένας από τους οποίους αφορά την αδυναμία διαμόρφωσης μιας κοινής αντίληψης για το τι είναι αλήθεια. Παρόλο που η ιστορία εκτυλίσσεται στις δεκαετίες του ’40 και του ’50, η ταινία θίγει πολλά ζητήματα που παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα», σχολίασε ο Φέλιξ Ράνταου.
Αναφορικά με τα εργαλεία που επιστράτευσε προκειμένου να προσεγγίσει τον πολύπλευρο και αμφιλεγόμενο χαρακτήρα που ενσαρκώνει, ο Κλες Μπανγκ εξήγησε πως βασικό σημείο αναφοράς για τον ίδιο αποτελεί η προσωπική του εμπειρία: «Το βασικό μου “εργαλείο” είμαι εγώ ο ίδιος. Σε κάθε ρόλο προσπαθώ να ενσωματώνω στοιχεία της δικής μου προσωπικότητας, αξιοποιώντας όσα ήδη υπάρχουν μέσα μου. Στην προκειμένη περίπτωση, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το εξαιρετικά καλογραμμένο σενάριο. Προσπαθώ να προσεγγίζω κάθε ρόλο σαν να είμαι ο εαυτός μου, εντάσσοντας σε αυτόν στοιχεία της προσωπικότητάς μου».
«Στην περίπτωση του συγκεκριμένου χαρακτήρα, ένα από τα βασικότερα στοιχεία του είναι η βαθιά επιθυμία του να αφήσει πίσω του μια παρακαταθήκη για την οποία θα τον θυμούνται. Πιστεύω πως αν ήταν απλώς ικανοποιημένος με όσα είχε ήδη καταφέρει, δεν θα υπήρχε ιστορία να αφηγηθούμε. Αυτό που τον κινεί είναι η εσωτερική του ανάγκη να υπερτονίζει τα επιτεύγματά του και να εξασφαλίσει πως το όνομά του θα μείνει στην Ιστορία. Και, για να είμαι ειλικρινής, αναγνωρίζω σε αυτά και κάτι από τον δικό μου χαρακτήρα. Υπό αυτή την έννοια, δεν χρειάστηκε να αναζητήσω κάποιο άλλο υποκριτικό εργαλείο· αρκούσε να επιστρατεύσω τον ίδιο μου τον εαυτό και να αναζητήσω τα σημεία συνάντησης με τον χαρακτήρα».
Ως προς τη διαδικασία συγγραφής του σεναρίου, ο Φέλιξ Ράνταου ανέφερε: «Απλώς ακολουθώ το ένστικτό μου. Δεν υπήρξε κάποια συνειδητή προσπάθεια κλιμάκωσης της πλοκής. Δεν σκέφτομαι με όρους δομής, ούτε πιστεύω ότι υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνταγή που πρέπει να ακολουθεί κανείς κατά τη συγγραφική διαδικασία». Ο σκηνοθέτης διευκρίνισε πως η προβολή στη Θεσσαλονίκη ήταν μόλις η δεύτερη παρουσίαση της ταινίας μετά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο. Καθώς η ταινία δεν έχει ακόμη φτάσει στο γερμανικό κοινό και δεδομένου ότι πραγματεύεται ζητήματα ιστορικής μνήμης και ταυτότητας, δήλωσε πως αναμένει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις αντιδράσεις του.
Από την πλευρά του, ο Κλες Μπανγκ αναφέρθηκε στις δυσκολίες που συνόδευσαν την υλοποίηση του πρότζεκτ, δίνοντας έμφαση στον χρόνο που χρειάστηκε για την εξασφάλιση της απαραίτητης κρατικής χρηματοδότησης. «Χρειαστήκαμε σχεδόν πέντε χρόνια μέχρι να εξασφαλίσουμε χρηματοδότηση από το γερμανικό κράτος. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους αυστηρούς περιορισμούς που υπάρχουν όταν πρόκειται για την αναπαράσταση του ναζιστικού καθεστώτος. Στην ταινία ο Χίμλερ δεν παρουσιάζεται με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς. Αυτή η διαφορετική προσέγγιση ερχόταν σε αντίθεση με τις συνήθεις συμβάσεις που διευκολύνουν την εξασφάλιση χρηματοδότησης», εξήγησε.
Αναφορικά με την επιλογή του τρένου ως βασικού σκηνικού χώρου, μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία, ο σκηνοθέτης αποκάλυψε πως επρόκειτο για μια απόφαση που προέκυψε κατά τη διάρκεια της πενταετούς αναμονής για την έγκριση της χρηματοδότησης. «Αρχικά, είχα στο μυαλό μου να τοποθετήσω τη δράση σε ένα σπίτι στη γερμανική ύπαιθρο. Ωστόσο, ύστερα από τόσο μεγάλη αναμονή, ήρθε κάποια στιγμή που ακόμη κι εγώ ο ίδιος είχα αρχίσει να βαριέμαι το σενάριό μου. Ήξερα ότι έπρεπε να αλλάξω κάτι. Η δημιουργία μιας ταινίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια της ανθεκτικότητας. Χρειάζεται υπομονή. Έτσι, έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα αναμονής, αποφάσισα να μεταφέρω τη δράση στον περιορισμένο χώρο ενός τρένου. Τελικά, αυτή η επιλογή λειτούργησε θετικά. Ο περιορισμένος χώρος που έχουν στη διάθεσή τους οι ήρωες δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής», ανέφερε ο Φέλιξ Ράνταου.

Στο ερώτημα για το πού βρίσκεται η ανθρωπότητα σήμερα, σχεδόν 80 χρόνια μετά τα γεγονότα που πραγματεύεται η ταινία, ο Κλες Μπανγκ στάθηκε, μεταξύ άλλων, στα κίνητρα που υποκινούν τις ανθρώπινες πράξεις, αλλά και στις αντιφάσεις που συνοδεύουν την ανθρώπινη φιλοδοξία για διάκριση. «Η ίδια η λογική πίσω από τις βραβεύσεις είναι εξαρχής προβληματική. Έχω λάβει αρκετά βραβεία και είμαι πολύ περήφανος γι' αυτά, γεγονός που από μόνο του εμπεριέχει μια αντίφαση. Έχει ενδιαφέρον να διερευνά κανείς τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από τις πράξεις των ανθρώπων. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον χαρακτήρα της ταινίας: πού αποσκοπούσαν όσα έκανε; Στην αναγνώριση και στην υστεροφημία; Ή μήπως πήγαζαν από μια ειλικρινή, βαθύτερη επιθυμία να προσφέρει; Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας: η ματαιοδοξία και η ανάγκη για αναγνώριση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και σήμερα υπάρχει ένας άνθρωπος στον πλανήτη που διεκδικεί με τόση επιμονή το Νόμπελ Ειρήνης. Είναι ενδεικτικό του πόσο παραπλανητική μπορεί να αποδειχθεί τελικά ολόκληρη η διαδικασία των βραβεύσεων», σχολίασε.
Τέλος, σχετικά με το κατά πόσο η ταινία κινδυνεύει να εξανθρωπίσει τον Χίμλερ στα μάτια του θεατή, ο Φέλιξ Ράνταου απάντησε κατηγορηματικά αρνητικά. «Θεωρώ ότι ένα από τα μεγάλα λάθη που κάνουμε σήμερα είναι ότι προσπαθούμε να εξαλείψουμε ολοκληρωτικά το κακό, αποσιωπώντας την ύπαρξή του. Κι όμως, είναι ακριβώς μέσα στο σκοτάδι που αυτό γιγαντώνεται. Πιστεύω ότι ο συγκεκριμένος τρόπος ήταν ο σωστός για να αποτυπώσω τον Χίμλερ και να αναδείξω την ανθρώπινη διάστασή του. Δεν ήθελα να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα που θα έμοιαζε με τέρας, στα όρια του γκροτέσκου. Υπήρξαν, μάλιστα, σχόλια στη Γερμανία ότι με αυτή την ταινία δίνω βήμα στον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Δεν υπήρχε, ωστόσο, καμία πρόθεση από την πλευρά μου να τον υπερασπιστώ. Το αντίθετο», ξεκαθάρισε ο σκηνοθέτης.






