FFGR

ΑΛΦΡΕΝΤ ΧΙΤΣΚΟΚ: ΑΝ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ, ΠΟΙΟΣ ΘΑ ’ΝΑΙ;
OCT 2018OCT 2018
ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αφιέρωμα: «Άλφρεντ Χίτσκοκ: Αν δεν είμαι εγώ ο εαυτός μου, ποιος θα ’ναι;»

Ο μετρ του σασπένς Άλφρεντ Χίτσκοκ, βρίσκεται αυτή την εβδομάδα στο επίκεντρο της Ταινιοθήκης Θεσσαλονίκης, μέσα από τρεις κορυφαίες ταινίες του: το αγωνιώδες ψυχολογικό θρίλερ Σιωπηλός μάρτυς (1954), τον αριστοτεχνικό Δεσμώτη του ιλίγγου (1958) που θεωρείται μια από τις δέκα καλύτερες ταινίες όλων των εποχών στην ιστορία του σινεμά και Τα πουλιά (1963), ταινία-σταθμός στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, που ξεχωρίζει για τους εξαιρετικούς συμβολισμούς, τη φωτογραφία και τα ηχητικά εφέ.
Το αφιέρωμα, με τίτλο «Άλφρεντ Χίτσκοκ: Αν δεν είμαι εγώ ο εαυτός μου, ποιος θα ’ναι;» πραγματοποιείται από την Κυριακή 21 έως την Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018 στο αγαπημένο σινεφίλ στέκι, την αίθουσα Σταύρος Τορνές στην Αποθήκη 1 στο Λιμάνι!
Οι προβολές της Ταινιοθήκης Θεσσαλονίκης θα συνεχιστούν μετά την ολοκλήρωση του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1-11/11/2018) με τα αφιερώματα:
- Η Ελλάδα όπως την είδε ο Αλέξης Δαμιανός // 25 – 27 Νοεμβρίου 2018
- Τάκης Κανελλόπουλος – Προορισμός: Ουτοπία // 2 – 4 Δεκεμβρίου 2018
- Φωτογράφοι που συγκλόνισαν τον κόσμο // 9 – 11 Δεκεμβρίου 2018
Info
Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης - αίθουσα Σταύρος Τορνές (Αποθήκη 1, Λιμάνι, τηλ. 2310-378404)
Γενική είσοδος: 4€ // CineΚάρταF: 3€ // CineΚάρταF Gold: Δωρεάν

Τα πουλιά
Alfred Hitchcock
Κινηματογραφική διασκευή της νουβέλας της Δάφνης Ντι Μωριέ και ταινία-σταθμός στη φιλμογραφία του Χίτσκοκ, Τα πουλιά ξεχωρίζουν για τους εξαιρετικούς συμβολισμούς, τη φωτογραφία και τα ηχητικά εφέ. Μια νεαρή κοπέλα φτάνει σε ένα ήσυχο παραθαλάσσιο χωριό. Η άφιξή της ωστόσο, συνοδεύεται από μια παράξενη αλλαγή στη συμπεριφορά των πουλιών, τα οποία σταδιακά στρέφονται εναντίον των ανθρώπων στην περιοχή. Σύντομα, σμήνη πουλιών όλων των ειδών αρχίζουν να επιτίθενται σε όλους τους κατοίκους χωρίς καμία αιτία. Ο αγώνας για την επιβίωση ξεκινά.
- Κυρ Οκτ 21 - 2018 21:00

Δεσμώτης του ιλίγγου
Alfred Hitchcock
Ο Σκότι (Τζέιμς Στιούαρτ) είναι ένας αστυνομικός που έχει αποσυρθεί πρόωρα από την ενεργό δράση, καθώς αντιμετωπίζει προβλήματα υψοφοβίας και κατάθλιψης. Κάποια στιγμή ένας παλιός του φίλος, του προτείνει να παρακολουθεί τη γυναίκα του Μαντλέν (Κιμ Νόβακ), η οποία τον τελευταίο καιρό συμπεριφέρεται αλλόκοτα και ο σύζυγος φοβάται ότι πάσχει από διχασμό προσωπικότητας και αυτοκτονικές τάσεις. Η πανέμορφη Μαντλέν, κατά τα λεγόμενα του άντρα της, πιστεύει ότι είναι η μετεμψύχωση μιας γυναίκας, της Καρλότα Βαλντέζ, που πέθανε πολλά χρόνια πριν. Ο Σκότι παρακολουθεί τη νεαρή γυναίκα και τη διασώζει μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας. Έπειτα, οι δυο τους γνωρίζονται καλύτερα κι ο ντετέκτιβ την ερωτεύεται παράφορα. Το ζευγάρι ξεκινά μαζί τις έρευνες, προκειμένου να συγκεντρώσει πληροφορίες πάνω στη μυστηριώδη Καρλότα, η ψυχή της οποίας έχει κυριεύσει το σώμα της αγαπημένης του. Οι πληροφορίες τούς οδηγούν σ’ ένα μοναστήρι, όπου η Μαντλέν, κυριευμένη από το πνεύμα της Καρλότα, ανεβαίνει τις σκάλες για να φτάσει στο καμπαναριό. Ο Σκότι παθαίνει μια σοβαρή κρίση ιλίγγου, δεν καταφέρνει να σταματήσει την πορεία της προς την κορυφή του καμπαναριού και η νεαρή γυναίκα σκοτώνεται, πέφτοντας από ψηλά. Ο Σκότι κυριεύεται από τις τύψεις, νοσηλεύεται για ένα διάστημα σε ψυχιατρική κλινική, αλλά δεν καταφέρνει να βγάλει από το μυαλό του την Μαντλέν. Μερικούς μήνες αργότερα, ενώ έχει βγει από την κλινική συναντά την Τζούντι, μια γυναίκα που μοιάζει φοβερά με τον πεθαμένο του έρωτα και βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα νέο μυστήριο...
Γράφει ο Μάρτιν Σκορσέζε σχετικά: «...Ως κινηματογραφόφιλος αλλά και ως σκηνοθέτης, είναι δύσκολο να εκφράσω με λέξεις, τι σημαίνει για μένα ο Δεσμώτης του Ιλίγγου. Και όπως συμβαίνει μ’ όλες τις μεγάλες ταινίες -τις πραγματικά μεγάλες- παρ’ όλο που έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά, η συζήτηση γι’ αυτή πάντα θα συνεχίζεται. Διότι απέναντι σε κάθε μεγάλη ταινία, χρειάζεται να δείχνουμε κάτι παραπάνω από έναν απλό θαυμασμό: απαιτείται η έκφραση μιας προσωπικής εκτίμησης. Κατ’ αρχάς είναι μια ταινία μοναδική τόσο για τη φιλμογραφία του Άλφρεντ Χίτσκοκ όσο και για το Χόλιγουντ. Μια τέτοια προσωπική δουλειά και μ’ ένα τόσο μοναδικά συνταρακτικό όραμα για τον κόσμο -που βγήκε μάλιστα από αμερικανικό στούντιο- δεν ήταν μόνο ασυνήθιστη, ήταν σχεδόν αδιανόητη. Ο Δεσμώτης του Ιλίγγου ήταν, και συνεχίζει να είναι για πολλούς από την γενιά μου, ένα παράδειγμα: αποδεικνύει ότι μπορεί κάποιος να λειτουργεί μέσα σ’ ένα σύστημα παραγωγής, και ταυτόχρονα η δουλειά του να έχει και μια έντονη προσωπική σφραγίδα. Επίσης είναι πολύ σημαντική για μένα, διότι πρωταγωνιστεί ένας ήρωας το κίνητρο του οποίου είναι το πάθος και οι έμμονες ιδέες. Πάντα στη δουλειά μου με γοήτευαν οι ήρωες που κυριαρχούνται από εμμονές και από αυτήν την άποψη αγγίζει μια χορδή βαθιά μέσα μου, κάθε φορά που τη βλέπω. Η ηθική, η αξιοπρέπεια, η ευγένεια, η ευφυΐα, η σοφία -όλες αυτές οι αρετές που νομίζουμε ότι πρέπει να διακρίνουν τους ήρωες- εγκαταλείπουν σταδιακά τον χαρακτήρα του Τζέιμς Στιούαρτ και στο τέλος μένει -εκεί στο καμπαναριό με τις καμπάνες να κτυπάνε πίσω του- απογυμνωμένος, διαθέτοντας μόνο την ανθρώπινη φύση του. Βιβλία ολόκληρα θα μπορούσαν να γραφτούν για τις διάφορες πλευρές της ταινίας, την καταπληκτική οπτική ακρίβεια που κόβει σαν λεπίδι τις ψυχές των ηρώων, τις στιγμές μυστηρίου και εξαίσιας ποίησης, την ανατρεπτική και υπέροχη χρήσης του χρώματος, τις καταπληκτικές ερμηνείες της Κιμ Νόβακ και του Τζέιμς Στιούαρτ, για να μην αναφερθεί κανείς στην υπέροχη σεκάνς των τίτλων του Σάουλ Μπας και στην εκπληκτική μουσική επένδυση του Μπέρναρντ Χέρμαν - και οι δύο συμβάλλουν στο πνεύμα και στη δύναμη της ταινίας».
Απόσπασμα από τον πρόλογο του Μάρτιν Σκορσέζε στο βιβλίο «Vertigo: The Making of a Hitchcock Classic» του Dan Auiler, εκδόσεις Titan Books. (Αναπαραγωγή από την κινηματογραφική ιστοσελίδα www. cinephilia.gr του Δημήτρη Μπάμπα)
- Δευ Οκτ 22 - 2018 21:00

Σιωπηλός μάρτυς
Ένας φωτορεπόρτερ, ο Τζεφ, βρίσκεται ακινητοποιημένος με το πόδι στο γύψο, στο σπίτι του στο Μανχάταν και περνά τις μέρες του παρατηρώντας με τα κιάλια στα παράθυρα της απέναντι πολυκατοικίας, τις ζωές και τις συνήθειες των γειτόνων του. Κάποια στιγμή, ωστόσο, του δίνεται η εντύπωση ότι ο Λαρς, ένας άνδρας που μένει απέναντι, έχει σκοτώσει τη σύζυγό του. Δεν έχει όμως αποδείξεις και κανείς δεν τον πιστεύει. Τότε ζητάει από την αρραβωνιαστικιά του Λίζα και από τη νοσοκόμα του Στέλλα, να τον βοηθήσουν να εξιχνιάσει το μυστήριο της εξαφανισμένης συζύγου του Λαρς. Οι δυο γυναίκες καταστρώνουν λοιπόν ένα σχέδιο, για να παγιδεύσουν τον ύποπτο άνδρα. Το σχέδιο αυτό, όμως, μπορεί να βάλει σε κίνδυνο τις ζωές όλων...
«...Στο Σιωπηλό μάρτυρα, ο Χίτσκοκ αναλύει την ηδονοβλεπτική διάσταση του κινηματογράφου και η ταινία είναι μια από τις λιγοστές μελέτες της ίδιας της κινηματογραφικής γλώσσας... Στην αρχή της ταινίας, ο εργένης φωτογράφος Τζεφ (Τζέιμς Στιούαρτ) αποποιείται πεισματικά κι ενοχλητικά τις προτάσεις της γλυκιάς Λίζα (Γκρέις Κέλι) να συζήσουν. Ο Τζεφ είναι στο γύψο, με σπασμένο πόδι, ακινητοποιημένος, σχεδόν ανάπηρος και ανίκανος για σεξ, δηλαδή ευνουχισμένος. Επαναπαυμένος στη ντε φάκτο παθητική θέση του, απωθεί τον έρωτα και το δεσμό του με τη Λίζα, για να γευτεί τις πικάντικες, αλλόκοτες και απρόσμενες τέρψεις της ηδονοβλεψίας. Ασυνείδητα, προτιμά να παραμείνει μπλοκαρισμένος και άπραγος ερωτικά, και έτσι να επιδοθεί ανεμπόδιστος στο χόμπι του, την παρατήρηση όσων συμβαίνουν στην απέναντι πολυκατοικία αφήνοντας ελεύθερες τις ηδονοβλεπτικές ορμές του... Παρατηρεί ευδαίμων και προσεκτικός, καθώς και με αρκετή δόση διαστροφής τη ζωή των ανθρώπων, τους την κλέβει, για να τη χαρεί ο ίδιος από ασφαλή θέση, μιας και αρνείται να ζήσει τη δική του ζωή. Στη θέση του, όμως, κοιτάζουμε κι εμείς. Η κάμερα του Χίτσκοκ είναι δηλαδή το καθοδηγούμενο βλέμμα του Τζεφ και του θεατή... Το ψυχολογικό παιχνίδι του σκηνοθέτη με τον ήρωά του και, κατά προέκταση με το θεατή, είναι πολύπλοκο. Ο θεατής σε πολλές σεκάνς βλέπει ως θέαμα τον Τζεφ, ενδιάμεσα όμως σε αρκετά πλάνα κοιτάζει με το μάτι του ήρωα (συνήθως μέσα από τα οπτικά του όργανα , π.χ. τη φωτογραφική του μηχανή). Ο Χίτσκοκ χρησιμοποιεί επανειλημμένα τα υποκειμενικά πλάνα, επιδιώκοντας την ταύτιση θεατή-ήρωα. Μέσα στο πλαίσιο της κινηματογραφικής δομής της ταινίας, ο Τζεφ αποτελεί προέκταση και ενσάρκωση του ίδιου του θεατή... Παίρνει μαθήματα από το σχολείο της ζωής που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του... Αφού υποπτευθεί πως ο σύζυγος του απέναντι διαμερίσματος δολοφόνησε τη γυναίκα του, για να δικαιωθεί, επιθυμεί με όλη του την καρδιά, ο άντρας να έχει πραγματικά διαπράξει το φόνο... Ο Χίτσκοκ και ο ήρωάς του μάς συμπαρασύρουν... στο σαδιστικό πόθο τους για έγκλημα... Μέσα από δυνατές δοκιμασίες, ο ήρωας θα εγκαταλείψει την ηδονοβλεψία και τη στάση του αδρανούς, ηδονιζομένου παρατηρητή και θα εμπλακεί ενεργά στο ρου της ζωής και του κόσμου... Ο φωτογράφος με το σπασμένο πόδι, θα μπορούσαμε να πούμε πως συμβολίζει τον ακινητοποιημένο σε μια καρέκλα θεατή του κινηματογράφου που αντικρίζει σε μια οθόνη ιστορίες άλλων. Συμπερασματικά, η αριστουργηματική αυτή ταινία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα ειρωνικό σχόλιο του σκηνοθέτη πάνω στη σχέση θεατή- θεάματος...».
(Θόδωρος Σούμας, «Κινηματογράφος και έρωτας», εκδ. Αιγόκερως)
- Τρί Οκτ 23 - 2018 21:00






