66ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ → 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025
ΑΡΧΕΙΟ 34ου ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
5 Νοεμβρίου → 14 Νοεμβρίου 1993


Στην Κίνα, "18" είναι το όνομα ενός παιχνιδιού που παίζεται με ζάρια και ένα κύπελλο. 18 είναι το υψηλότερο σκορ, που συμβολίζει ταυτόχρονα τις μεγάλες ελπίδες και τα όνειρα. Λειτουργώντας κυρίως ως μεταφορά, το παιχνίδι αυτό παίζει ένα σημαντικό ρόλο σ' αυτή την παράξενη, μυστηριώδη και αντυπωσιακή δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Πινγκ Χο. Ενας άνδρας σταματάει για ένα ποτό σ' ένα μιρκό ψαράδικο χωριό με την αντιπαθητική γυναίκα του και την κακομαθημένη κόρη του. Καθώς απορροφάται όλο και περισσότερο στο παιχνίδι και τη ζωή του χωριού, η γυναίκα του και κόρη του φεύγουν θυμωμένες για το Taipei, εγκαταλείποντας τον άνδρα στην καινούργια εμμονή του. Ελεύθερος, επιτέλους, αρχίζει ν' αντιμετωπίζει τον εαυτό του και περνάει μια βαθιά κρίση ταυτότητας: γιατί δεν του λείπει η οικογένειά του ή η πετυχημένη ζωής του στην πόλη; Είναι βαθιά Κινέζος, όπως ο πατέρας του, ή Ταϊβανέζος; Αρχίζει να τρελαίνεται ή επιτέλους τώρα ξυπνάει; Οποιες κι αν είναι οι απαντήσεις, η ζωή του αρχίζει να μετατρέπεται σ' ένα συνεχή τζόγο μέσα σ' ένα πολύ περίεργο περιβάλλον.

Το "Just Friends" εκτυλίσσεται στην Αμβέρσα στο τέλος της δεκαετίας του '50, ανάμεσα σε μια ομάδα φαλλόφωνων φανατικών της τζαζ, αντιπροσωπευτικών της εποχής τους και του ήπια ανατρεπτικού πνεύματός της. Είναι μια ταινία ατμόσφαιρας, φταιγμένη από, γύρω και για τους φίλους της τζαζ. Ο Τζακ, ο Αντρέ, ο Τζεφ, η ΑΝίτα και η Λούση είναι όλοι "καλοπροαίρετοι ταραξίες", καλλιτέχνες αφοσιωμένοι στην τέχνη τους. Και τος αρέσει να κάνουν πλάκα. Ο Τζακ, ο κεντρικός χαρακτήρας, είναι ένας σαξοφωνίστας που κερδίζει τη ζωή του δουλεύοντας στο λιμάνι και το μοναδικό του όνειρο είναι να πάει στη Νέα Υόρκη, τη Μέκκα της τζαζ, όπου θα μπορέσει να συναντήσει τα είδωλά του. Το φιλμ αφηγείται τα καθημερινά του προβλήματα, τις χαρές και τις εμπειρίες του, εστιάζοντας στη γραφική φιλία του με άλλους μουσικούς, γλύπτες και καλλιτέχνες, με τους οποίους μοιράζεται μια ανικανοποίητη ζωή στην Αμβέρσα, στην εποχή της αργής παρκμής του μπόμποπ.

Μια ταινία που μιλάει για το λαό του Καζακστάν και την άγνωστη, στον περισσότερο κόσμο, ιστορία του. Η ταινία εξελίσσεται τη δεκαετία του '30, την εποχή της κολεκτιβοποίησης επί Στάλιν. Το Καζακστάν έιναι μια έρημος που τη δέρνει ο αέρας και τη διασχίζουν μανιασμένα σκυλιά. Σ' αυτό το περιβάλλον της άγονης στέπας τοποθετείται η πλοκή της ταινίας, αντανακώντας όλο το δράμα εκείνης της εποχής, όλους τους επίπονους αγώνες των κατοίκων. Βασικοί ήρωες είναι ο Σουρτζέκι, ένας αντιπρόσωπος των Σοβιέτ, και ο Παχραντίν, ένας νομάδας. Οι δυο τους είναι διαμετρικά αντίθετοι, αν και ανήκουν στην ίδια κοινότητα. Ενώ ο Σουρτζέκι τρομοκρατεί αμείλικτα τον ίδιο το λαό, θλιβερή μοίρα περιμένει τον Παχραντίν: σύλληψη, φυλάκιση, ταπείνωση, προδοσία, φυγή και τελικά θάνατος.

Είναι η ιστορία δύο θηλυκών φαντασμάτων που στοιχειώνουν μια παλιά κουνιστή πολιθρόνα και τα οποία αποφασίζουν να εμφανισθούν μπροστά στα μάτια ενός μοναχικού μουσικού της τζαζ, που είναι πρόθυμος να τα βοηθήσει να δικαιωθούν.
Τοποθετημένη σε μια θλιμμένη βιομηχανική πόλη, η ιστορία ασχολείται με τη δημιουργική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο θλιμμένο Μάρτυ, που σιγά σιγά ανοίγει τα μάτια του προς τον έρωτα και τον κόσμο, και τα δύο πνεύματα, τη Λίλυ και τη Ρούθυ, οι οποίες, χάρη στο Μάρτυ, θα εκδικηθούν το φινιά του συζύγου της Λίλυ, για να βρουν λύτρωση στη συνέχεια της αιώνιας περιπλάνησής τους.
Κρατώντας ένα σύνδεσμο με τους νεκρούς, με τα όνειρά μας και με όλα όσα συνήθως αναφέρονται ως "υποερφυσικά', μπορούμε να έχουμε μια πιο διεισδυτική ματιά στον κόσμο -ακριβώς όπως το κάνει και η υπέροχη φωτογραφία του Robbie Muller. Με άλλα λόγια, το "Αν τα γουρούνια είχαν φτερά" είναι μια παραμυθένια, μερικές φορές σκοτεινή, ιστορία γύρω από την τραγωδία του θανάτου, που συχνά μπορεί να εξυψώνει την εκτίμησή μας ακόμα και για τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής.

"Ηρθε ο Θωμάς στο χωριό και μου είπε για τα τέσσερα νεκρά. Του Θανάση Κότση λέει το' χε πάρει η ριπή όλο το πίσω του κεφαλιού. Ο Θωμάς κι εγώ το πήραμε απόφαση. Απόψε φεύγουμε για την Ελλάδα.
Πού πηγαίνουμε;
Στην πατρίδα, λέω 'γω.
Στο χαμό, λέει ο Θωμάς και γελάει".
Η πορεία τριών Βορειοηπειρωτών προσφύγων και η γνωριμία τους με τη σύγχρονη νεοελληνική κοινωνία.

Τι σημαίνει μοναδικό για τον άνθρωπο του εικοστού αιώνα. Τι σχέση έχει με το χρόνο, με τις στιγμές που δεν επιστρέφουν. Η ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει το στίγμα του στο χρόνο, να εκφράσει μοναδικά συναισθήματα μέσα από την τέχνη, να πλάσει τα υλικά της φύσης, να τους δώσει άλλο νόημα. Πόσο μπορούν να αντέξουν τα "μοναδικά" έργα σε μια εποχή υπερκατανάλωσης, που ευνοεί το εφήμερο; Από το μοναδικό πέρασμα στο πολλαπλό αντίγραφο και στο προϊόν εν σειρά. Η διαφορετική μοναδικότητα ενός πολιτισμού που βασίζεται στις μηχανές και στα ρομπότ. Ο εικοσότς αιώνας, μιας τεράστια συμφωνία μηχανών που καθορίζει άλλου τύπου συμπεριφορές απέναντι στη ζωή και στο θάνατο. Η περίεργη συνύπαρξη μοναδικού και πολλαπλού στο τέλος του εικοστού αιώνα, μέσα από την αντιφατική αφήγηση ενός οδοιπόρου-παρατηρητή.

Γνωστό και σαν "παπάς" το "άσπρο-κόκκινο" είναι ένα παιχνίδι που παίζεται στα πεζοδρόμια με τρία τραπουλόχαρτα και συνίσταται στο να μαντέψεις αυτό που κερδίζει. Παρ' ότι το παιχνίδι είναι παράνομο, πολλοί νομοταγείς πολίτες υποκύπτουν στην πρόκληση του εύκολου κέρδους, παίζουν και μετατρέπνονται σε παράνομους παίκτες. Η ταινία περιγράφει τον περιθωριακό κόσμο των παπατζήδων μέσα από τη δραματική ιστορία ενός νεαρού ταλαντούχου "ρίχτη", να προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή του και να ξεφύγει από έναν κόσμο γεμάτο αμφίβολες αξίες. Παράλληλα, ανιχνεύει τα λεπτά όρια μεταξύ καλών και κακών αφήνοντας στο θεατή να τα προσδιορίσει.

Ο Πέτρος, μοναχικός και ιδιόρρυθμος χαρακτήρας, βλέπει στον ύπνο του ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Διαπιστώνει πως πρόκειται για αληθινό γεγονός, την τρίτη κατά σειρά ανεξιχνίαστη δολοφονία που αναστατώνει την πόλη. Ανακαλύπτει ότι ο δολοφόνος που συναντά στα όνειρά του είναι ο Σίμος, ένα περιθωριακό άτομο. Παρουσιάζεται στην αστυνομία και ισχυρίζετατι ότι είναι αυτόπτης μάρτυρας.

Εστιάζοντας σε μια ομάδα ηλικιωμένων φανατικών της όπερας στο Πεκίνο, το For Fun" είναι μια ζωντανή καλοπροαίρετη κωμωδία, που τιμά τα οικουμενικής αξίας "μικρά πράγματα" της καθημερινής ζωής οπουδήποτε στον κόσμο. Η γοητεία της προκύπτει κυρίως από την απλή αλλά αιχμηρή παρατήρηση του κόσμου ενός γέρου, μέσα από τα μάτια μιας νεαρής σκηνοθέτριας. Ο γέρο-Χαν εγκαταλείπει πια τη δουλειά που έκανε σ' όλη του τη ζωή ως επιστάτης της Ακαδημίας της Οπερας. Καθώς οι μέρες του μένουν ξαφνικά άδειες και η εξουσία που ασκούσε είναι τώρα χωρίς αντικείμενο, αναζητεί μια καινούργια ομάδα την οποία θα μπορούσε με κάθε τρόπο να διοικεί. Και την ανακαλύπτει σε μια παρέα ηλικιωμένων μανιακών με την όπερα, την οποία οργανώνει ως επίσημη λέσχη τραγουδιού. Ομως, γρήγορα ξεσπούν τσακωμοί ανάμεσά τους, καθώς οι γέροι παλεύουν σαν τα παιδιά για δύναμη μέχρι που ανακαλύπτουν ότι ο χώρος στον οποίο κάνουν τις πρόβες τους θα καταστραφεί, για να φτιαχτεί στη θέση του ένα κλαμπ καραόκε. Τότε συνειδητοποιούν πόση προσωπική πλήρωση παίρνουν απ' αυτή τη συλλογική δραστηριότητα.

Με αφορμή τα όσα έχουν ειπωθεί κατά καιρούς για το "μακεδονικό" πρόβλημα και μέσω ενός σύγχρονου, αριστοφανικής διαθέσεως, κωμικοτραγικού διαλόγου, επιχειρείται ένας ορισμός της ίδια της "ελληνικότητας" που υπερβαίνει τον "ορθό λόγο", έχοντας περισσότερο να κάνει με εκείνο το αόρατο νήμα που ενώνει τα μυστήρια της αρχαίας θρησκείας με αυτά της σημερινής.

Ελεύθερη διασκευή της ιστορίας του Οιδίποδα. Η Αντιγόνη συνοδεύει τον πατέρα της σ' ένα ταξίδι έξω από τα σύνορα της Ελλάδας. Εκεί βρίσκει δουλειά σε μια ομάδα περιπλανώμενων καλλιτεχνών. Η Αντιγόνη διηγείται στο κοινό, μ' ένα μαγικό φανό, την ιστορία του Οιδίποδα. Η Ισμήνη έρχεται στην Ελλάδα και παρακαλεί την Αντιγόνη να γυρίσει πίσω, γιατί ο Ετεοκλής κι ο Πολυνείκης είναι σε διαμάχη. Η Αντιγόνη γυρίζει πίσω και βρίσκει τ' αδέλφια της σκοτωμένα. Οι περιπλανώμενοι καλλιτέχνες φέρνουν τον Οιδίποδα πίσω στην Ελλάδα.

Είναι ένα ταξίδι μιας παρέας ανθρώπων ταλαιπωρημένων από τη ζωή που οπλίζονται με την απελπισία τους για να κυνηγήσουν ένα όνειρο: να γίνουν "Ωνάσηδες", να πάρουν ένα καράβι, να κάνουν όλα αυτά που δεν έκαναν στα νιάτα τους. Με αυτό το όνειρο φεύγουν για τις φτωχογειτονιές της Μπογκοτά και τις ζούγκλες της Κολομβίας. Εκεί θα δοκιμαστούν τα μυστικά, οι ελπίδες, η φιλία και τα όριά τους. Κι όσο τους εγκαταλείπουν οι δυνάμεις τους, τόσο είναι που το καράβι γίνεται πια σκοπός ζωής. Μιας ζωής που ήρθε, μιας ζωής που έφυγε, μιας ζωής χαρισάμενης.

Η Αριάδνη φεύγει ψάχνοντας την άρκη αυτού που την βασανίζει. Θ' αρχίσει το ξετύλιγμα του κουβαριού. Κομμάτι κομμάτι η αγωνία της θ' αρχίσει να παίρνει σχήμα. Σαν μαγική εικόνα θα αναδυθούν τα σημάδια των αινιγμάτων που πρέπει να λύσει. Αινίγματα κληρονομημένα από γονικό αμάρτημα. Ο κύκλος θα κλείσει και θ' ανοίξει πάλι φέρνοντας και τη λύση του δράματος ή τ' αδιέξοδο.

Τρεις ιστορίες σ' ένα ερειπωμένο εργοστάσιο, όπου οι ήρωές μας ζουν απομονωμένοι σαν τρομαγμένοι σαρκοβόροι αρουραίοι. Ο Λιμουζίνας ζει από την εκμετάλλευση μικρών παιδιών που τα στέλνει να πουλούν γαρδένιες και να επαιτούν. Στη ζωή του θα μπει ο Πουλ, ένα ακαθορίστου φύλου πλάσμα που σε λίγο θα πάρει στα χέρια του τον έλεγχο της δουλειάς και, αφού ξεπαστρέψει τον Λιμουζίνα, θα την αναβαθμίσει σε εμπόριο παιδιών για τα ζωτικά τους όργανα με πελάτες ανώνυμες πολυεθνικές εταιρείες. Ο Πρίγκιπας αγοράζει και πουλάει κορίτσια 10-12 χρονών αφού πρώτα ασελγήσει πάνω τους. Μαζί με τον Πρίγκιπα ζει ο Τρελός, ένας ιδιόρρυθμοςπακοσυλλέκτης. Η γυναίκα - ταραντούλα, που βιάστηκε πριν από δώδεκα χρόνια από τον πατέρα της, ψάχνει να βρει ανάμεσα σε επαίτες και ρακοσυλλέκτες που αφού πρώτα βιάσει, του κόβει το λαρύγγι με μια ξυριστική λεπίδα. Τη λύτρωση θα δώσει ο Τρελός. Ο Κούλης ο Κουρέας ασκεί το επάγγελμα του περιποιητή πτωμάτων, "ευπρεπίζοντας έτσι, τις αναμνήσεις της πόλης". Η Ωραία Κοιμωμένη, θα του φέρει το νεκρό από την πρέζα πατέρα της. Θα ταλαντευθεί ανάμεσα στον έρωτα του Κούλη και στο νεκρό, που κάθε τόσο εμφανίζεται για να χορέψει μαζί της ταγκό και, αφού γκρεμίσει όλες τις βεβαιότητες του Κουρέα, θα τον παρασύρει μαζί της στο θάνατο.

Ο Νίκος και ο Κώστας είναι φίλοι, συγκάτοικοι, με το ίδιο χόμπι: τη σκοποβολή. Ηταν κάποτε πρωταθλητές. Σήμερα απλώς ο ένας συναγωνίζεται τον άλλον. Στο σκοπευτήριο, ο Νίκος συναντά έναν παράξενο άντρα, τον Αντρέα, που του προτείνει να κάνει κάποιους φόνους με αντάλλαγμα πολλά χρήματα. Ο Νίκος αρνείται, όμως το μπλέξιμο του Κώστα μ' ένα μεγάλο χαρτοπαικτικό χρέος που απειλεί τη ζωή του, τον κάνει να δεχτεί να μπει στο παιχνίδι του Αντρέα. Δεν μπορεί να σκοτώσει όμως. Παρ' όλα αυτά, ο φόνος γίνεται από τη Δάφνη. Ο Νίκος αρνείται να συνεχίσει και ο Αντρέας πλησιάζει τον Κώστα, ο οποίος δέχεται πιο εύκολα να σκοτώσει για εύκολο κέρδος. Ο Κώστας έχει ήδη γνωρίσει τη Δάφνη και αναπρύσσει μαζί της μια έντονη ερωτική σχέση, χωρίς να γνωρίζει ότι είναι συνεργάτιδα του Αντρέα. Ο Νίκος όμως δημιουργεί με τον Αντρέα μια σχέση έλξης-άπωθησης, προσπαθώντας να μάθει ποιο είναι αυτό το μυστηριώδες πρόσωπο. Ο Αντρέας, κάποια στιγμή, εκβιάζει τον Νίκο, με τεκμήριο κάποια βιντεοκασέτα που περιέχει φόνους που έκανε ο Κώστας.

Η ταινία μεγάλου μήκους με τον τίτλος "Θα φύγω;" σε σκηνοθεσία της Γιάννας Τριανταφύλλη, είναι ένα κοινωνικό ντοκιμαντέρ διάρκειας 82 λεπτών.
Πρωταγωνιστές τρεις νέοι από 17 έως 21 ετών που αντιμετωπίζουν κινητικό πρόβλημα.
Ο κινηματογραφικός φακός παρακολούθησε και κατέγραψε επί δύο χρόνια στιγμές της καθημερινότητάς τους, αποκάλυψε της ευαισθησίες τους, αλλά και απεικόνισε τον κόσμο των σιωπιλών ονείρων τους. Μέσα από τα μάτια τους ο θεατής ανακαλύπτει τις τραγικές συνθήκες των ελληνικών θεραπευτικών ιδρυμάτων.
Οι νέοι πρωταγωνιστές της ταινίας, η Βάλη, ο Ανδρέας και ο Μάρκος, μας φανερώνουν τη δύναμη, τη θέληση και τη δίψα τους για ζωή. Μας κάνουν να αντιληφθούμε ότι αναπηρία δεν σημαίνει ανικανότητα. Ομως για τα παιδιά που ζουν στα ιδρύματα, τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Εδώ, πίσω από τα κάγκελα, δεν υπάρχει ελπίδα. Εδώ, ο αγώνας δεν πρόκειται ποτέ να κερδηθεί.
Στο ίδρυμα τα παιδιά, υγιή και άρρωστα, αντιμετωπίζονται το ίδιο αδιάφορα. Καθηλωμένα στα κρεβάτια τους περιμένουν από εμάς, τους "έξω", απάντηση στην επόμινη ερώτησή τους.
"Θα φύγω;"

Ενα νεαρό ζευγάρι, ο δημοσιογράφος Μπράιαν και η φωτογράφος Κάρι, ξεκινούν ένα ταξίδι με σκοπό να συλλέξουν πληροφορίες "από πρώτο χέρι" για ένα θέμα που τους απασχολεί ιδιαίτερα: τους "σίριαλ-κιλερς". Στο ταξίδι τους, θα βρεθούν με ένα ζωντανό δείγμα του είδους στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου τους! Η περιπέτεια αχίζει όταν παίρνουν σε οτοστόπ τον αγροίκο Ερλυ (Μπραντ Πιτ) και την απλοϊκή φίλη του Αντέλ (Τζούλιετ Λιούις). Η προσπάθεια για φιλική επαφή ανάμεσα στα δυο ζευγάρια θα εξελιχθεί σε ένα όργιο βίας και αίματος από το ακατανίκητο δολοφονικό ένστικτο του Ερλυ. Και ο Μπράιαν θα βρεθεί αντιμέτωπος μετο δίλλημα: να σκοτώσει για να επιβιώσει ή να σκοτωθεί Ο, τι χρειάζεται για να κάνει αυτό το ταξίδι αξέχαστο! Εφηβική ταινία δρόμου και ταυτόχρονα φιλοσοφικό θρίλερ είναι αυτή η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ντομινίκ σένα, που τη διαποτίζει ένας έντονος εκρηκτικός αισθησιασμός και ένα σκοτεινό χιούμορ.

Ο Τομάς είναι ένας έφηβος σαν όλους τους άλλους: τρέχει, κοιμάται, στέλνει γράμματα. Ξεφεύγει από τη ρουτίνα της καθημερινότητας, όταν νιώθει απροσμέτρητα ερωτευμένος με μια άγνωστη, τη Μάριον. Εμπιστεύεται το μυστικό του έρωτά του στη φίλη του καλύτερου φίλου του, την Κλαιρ, με την οποία αισθάνεται ότι μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα. Στο μεταξύ η καλύτερη φίλη της Μάριον, η Ρεβέκκα, θα ήθελε να τραβήξει την προσοχή του Τόμας, με τον οποίο είναι κρυφά ερωτευμένη. Ομως ο Τόμας καταστρέφει όλες τις σχέσεις του με τα λάθη του και την αδυναμία του να κατανοήσει τα συναισθήματα των άλλων. Θα μπορέσει να νοιαστεί για κάποιον άλλον; Θα μπορέσει να αλλάξει και να ενηλικιωθεί όταν συναντά τη Χάνα, τη νεαρή Πολωνέζα προσφυγοπούλα που θέλει να γίνει σχοινοβάτισσα; Πώς μπορεί κάποιος να χάσει τον εγωισμό και την υπερηφάνειά του, είναι το πραγματικό θέμα αυτής της "κωμωδίας της ενηλικίωσης".

Ενας χρόνος έχει περάσει από την αυτοκτονία της ηθοποιού Αρλέτ Μπωμάν.
"Κόκκινο τριαντάφυλλο σου έκοψα": μπορεί να είναι ένας βίαιος θάνατος πράξη αγάπης;
Κλεισμένος στο σπίτι του, μαζί με το παιδί τους, τον Αλκη, ένα αυτιστικό παιδί, ο σκηνοθέτης και άντρας της Αρλέτας, βλέπει και ξαναβλέπει στο βίντεο τις ταινίες που έκαναν μαζί.
Ο άνθρωπος δεν έχει τη δυνατότητα να διαλέξει την στιγμή που θα έρθει στη ζωή. Μπορεί όμως να διαλέξει την ώρα, τον τόπο και τον τρόπο με τον οποίο θα φύγει;

Είναι δεκαπέντε χρόνια απ' τη ζωή που χτίζει ένα "λαμπρό" παιδί.
Είναι τα χρόνια που αλλάζει.
Είναι η νιότη που χάνει.
Είναι το βράδυ της Πρωτοχρονιάς που συνειδητοποιεί πως θυσιάζει μια ζωή για νάχει το δικαίωμα ν' αποκτήσει ακόμα μία.

Προκαλώντας συχνές συγκρίσεις του Πάπι Κορσικάτο με τον Ισπανό Πέντρο Αλμουδόβαρ η "Libera", η τρίπτυχη κωμωδία με την οποία πρωτοεμφανίζεται ο σκηνοθέτης, αποκαλύπτει ένα στιλιζαρισμένο κόσμο γεμάτο από απελπισμένες συζύγους, παραστρατημένους άνδρες, και μια ολόκληρη ποικιλία από σεξουαλικά διφορούμενες φαντασιώσεις, που συνήθως έχουν να κάνουν με αλλαγές φίλου.
Οι πληθωρικές ιστορίες του Κορσικάτο ειπωμένες μέσα από κιτς συνθέσεις και εξεζητημένες λήψεις, εμπεριέχουν με χιούμορ τα μελοδράματα της καθημερινής ζωής της Νάπολης, που θυμίζουν σαπουνόπερα. Ο πρώτος γυναικείος χαρακτήρας που εικονογραφείται, η Aurora, βλέπει τη μεσοαστική ζωής της και τα ρομαντικά της όνειρα να καταρρέουν όταν ο άνδρας της το σκάει με τη γραμματέα του. Η Carmela υποδέχεται τον όμορφο γιο της, που επιστρέφει από το αναμορφωτήριο ομοφυλόφιλος και ηρωινομανής και του μιλάει για το περιπλεγμένο παρελθόν του.
Οσο για τη Libera, σε μια ιστορία που σχεδιάστηκε αρχικά σν μια ανεξάρτητη ταινία μικρού μήκους, αυτή εκδικείται τον άπιστο σύζυγό της μαγνητοσκοπωντας τα σεξουαλικά του κατορθώματα και στη συνέχεια πουλώντας τα βίντεο στο οικογενιεακό περίπτερο.