66ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ → 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025
ΑΡΧΕΙΟ 36ου ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
3 Νοεμβρίου → 12 Νοεμβρίου 1995


Μύθος και πραγματικότητα για το πρόσωπο του Αλεβίζου του Ελληνα, που έζησε στο Ινδονησιακό αρχιπέλαγος, σαν ιδιόμορφος μονάρχης, στις αρχές του αιώνα. Ιστορικά γεγονότα, θρύλοι του Μπαλί και μαρτυρίες του Νίκου Καββαδία συνθέτουν το πορτρέτο ενός Ελληνα πλάνητα, ο βίος του οποίου ταυτίζεται με τις "καρδιές του σκότους" που ξεπήδησαν από τα κείμενα του Τζ. Κόνραντ, του στίχους του Τόμας Ελιοτ και του Εζρα Πάουντ.

Η Νίνα κι ο δεκάχρονος γιος της, Μαρτέν, μαλώνουν συχνά, αλλά, πάνω απ' όλα, είναι φίλοι και δεν έχουν την τυπική σχέση μητέρας-γιου. Η Νίνα έχει επινοήσει μια ρομαντική ιστορία για να εξηγήσει την απουσία του πατέρα του στον Μαρτέν, όμως εκείνος ζει για τη μέρα που θα ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι για να τον συναντήσει.

Η ταινία αποκαθιστά την αρχική κινηματογραφική εικόνα των Βαλκανίων μέσα από τη μυθοπλασία, τα ντοκιμαντέρ και τα επίκαιρα της περιόδου του βωβού κινηματογράφου. Πρόκειται για μια ανασυρραφή σε τρεις ενότητες (αστικά δράματα, κωμωδίες και βουκολικά κωμειδύλλια) των μικρών ιστοριών που αφηγούνται οι βωβές βαλκανικές ταινίες, σε συνδιασμό πάντα με τα παλαιά επίκαιρα, τα αποσπάσματα από της ταινίες των Μανάκια και την εικόνα που παρουσιάζουν σήμερα οι κινηματογραφικές αίθουσες στα Βαλκάνια. Οι παλιές φωτογραφίες κι ένα σημερινό ταξίδι μ' ένα τρένο που διασχίζει τα Βαλκάνια, μιλούν για τις συμπτώσεις, τις ομοιότητες, τις συγγένειες ανάμεσα στους βαλκάνιους κινηματογραφιστές. Μιλούν, δηλάδη, για όλα όσα ενώνουν τους γείτονες αυτής της χερσονήσου, τα οποία, ίσως, είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τους χωρίζουν.

Πέρασε ένας αιώνας με αγώνες και θυσίες Καταναλώθηκαν τόνοι χαρτιού με επιχειρήματα υπέρ ή κατά της ισομισθίας ανδρών-γυναικών Χρειάστηκαν τρεις ντιρεκτίβες της Ερωπαϊκής Ενωσης πάνω στο ίδιο θέμα
για να καταφέρουν, επιτέλους, το 1984, οι Ελληνίδες να κατοχυρώσουν νομικά το δικαίωμα αυτο.
Πού βρισκόμαστε σήμερα, 10 χρόνια μετά;
Μια αναδρομή από τον περασμένο αιώνα μέχρι τις μέρες μας μέσα από ιστορικά ντοκουμέντα, σκηνές από φιλμ αρχείου, σπάνιες ή ανέκδοτες φωτογραφίες, συνεντεύξεις και "δραματοποιημένα" (με νέα άποψη) πασίγνωστα ελληνικά τραγούδια.
Ενα ντοκιμαντέρ που αρμονικά συνδυάζει το δραματικό στοιχείο με το χιούμορ, παραμένοντας πάντα κατατοπιστικό και αντικειμενικό.

Η αστυνομία αναθέτει σε τέσσερις αστυνομικούς με πολιτικά να διεισδύσουν σε μια ομάδα χούλιγκαν του ποδοσφαίρου και να αναγνωρίσουν τους αρχηγούς τους, σε μια προσπάθεια να βρουν άκρη στο καθιερωμένο αιματοκύλισμα που αμαυρώνει τους αγώνες του βρετανικού ποδσφαίρου κάθε Σαββατοκύριακο. Νέοι, περπατημένοι κι επιθετικοί, οι τέσσερις άντρες σχεδιάζουν τη στρατηγική τους σαν να πρόκειται για πολεμικό σχέδιο. Για να βρουν τους ταραχοποιούς, γίνονται θαμώνες ενός παμπ του ανατολικού Λονδίνου όπου συχνάζουν οι κακοποιοί.

Ζωή είναι ο κόσμος σε κίνηση. Τίτλος ταινίας. Το όνομα μιας κοπελιάς. Το πορτρέτο μιας σύγχρονης μεγαλούπολης. Αρχή και τέλος μιας ερωτικής σχέσης. Και ένας φόνος, ώστε η ζωή ν' αναποδογυρίσει, δείχνοντας το άλλο της πρόσωπο. Ο θάνατος ως προσωπική καταστροφή. Το έγκλημα ως τηλεοπτικό παιχνίδι. Το χρονικό της μεγαλούπολης συνδυάζεται με την ερωτική περιπέτεια και την τραγική κατάληξή της, και όλα μαζί με τα παιχνίδια στην οθόνη. Η ιστορία ακολουθεί τα ίχνη του θρίλερ, του υπαρξιακού δράματος και της γεμάτης μαύρο χιούμορ κοινωνικής σάτιρας, και κινείται ανάμεσα στην καθημερινή τρέλα και την απέραντη τρυφερότητα, σαν αυτή που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο, τις κινήσεις και τις επιθυμίες της ίδιας της Ζωής.

Η ταινία βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία. Η Μπελγκίν, μια αμόρφωτη νεαρή, τσιγγάνικης καταγωγής, ξεκινά την καριέρα της ως λαϊκή τραγουδίστρια, και, στη συνέχεια, αναδεικνύεται σε ροκ σταρ. Η ζωή της, όμως, καταστρέφεται από τον άντρα που αγαπά, επειδή η ίδια τολμά να παραβεί τους νόμους της ανδροκρατούμενης μουσουλμανικής κοινωνίας.

Ο Ανδρέας Σαββίδης βλέπει τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν σαν πρόσωπα βιβλίων. Τους παρατηρεί, τους εμπλέκει σε καταστάσεις, τους μελετάει και τους ανασυνθέτει για προσωπική του χρήση. Η ενασχόλησή του με το γράψιμο είναι απλώς ένας τρόπος να ζει διαφεύγοντας, και η παραποίηση της καθημερινότητας τον ανακουφίζει και τον διασκεδάζει. Γι' αυτόν, καθαρή επινόηση δεν υπάρχει. Η ζωή και η ανάγκη της αναπαράστασής της παρουσιάζονται ως αδιαχώριστες, μέσα στον τρόπο της σκέψης του και της δράσης του- στάση που ορίζει τις συναλλαγές του με τα άλλα πρόσωπα της ταινίας: τον ταχυδρόμο, τη νοσομόμα, τον αδελφό του, τη μάνα του, το φίλο του, τη νεαρή συνάδελφό του στη βιβλιοθήκη. Τα δυο πρώτα δεν θα διστάσει να τα αναδείξει σε φιλολογικούς ήρωες, σε βάρος των ατομικών αισθηματικών τους συμφερόντων.

Καλοκαίρι 1995, Κυπρος. Καθισμένος στα βράχια της Αμμοχώστου, ένας ηλιοκαμένος άνδρας καπνίζει το τελευταίο του τσιγάρο πριν από το ταξίδι& ένα ταξίδι από τη μια άκρη στην άλλη, μια πορεία κατά μήκος της πράσινης γραμμής, της νεκρής ζώνης. Ανάμεσα σε γη και ουρανό, οι τόποι, τα πρόσωπα, τα λόγια της καρδιάς. Ενας κόσμος βαθιά ριζωμένος εκεί και όχι πιο πίσω, ένας κόσμος που αναρωτιέται με παράπονο για τα καλοκαίρια που έφυγαν και για όλα εκείνα που είναι να' ρθουν.

Η ταινία για το θάνατο: το θάνατο ως κινηματογραφικό μοτίβο, το θάνατο μέσω των ταινιών και το θάνατο των ίδιων των ταινιών. Την πρωταγωνίστρια την πυροβολούν μέσα σ' ένα κινηματογράφο, και η αιτία της δολοφονίας της είναι η αγάπη της για το σινεμά. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο είχε τυφλωθεί παλιότερα ο δολοφόνος της. Η τύχη των πρωταγωνιστών είναι εξίσου τραγική με την προσπάθεια να συνδεθεί η τέχνη με τη ζωή.

Ο Γιανγκ Γκουολί είναι ένας συνηθισμένος αστυνομικός σε μια συνοικία του Πεκίνου. Γνωρίζει πολύ καλά την περιοχή την οποία περιπολεί, και αντιμετωπίζει τις περιστασιακές εντάσεις που ο φόρτος εργασίας προκαλεί στο οικογενειακό του περιβάλλον. Μια μέρα, ένα λυσσασμένο σκυλί δαγκώνει ένα μεθυσμένο στην περιοχή που του έχει ανατεθεί. Επιπλέον, σε μια από τις περιοδικές εκκαθαρίσεις, η κεντρική διοίκηση της αστυνομίας αποφασίζει να εξοντώσει όλα τα κατοικίδια σκυλιά της πόλης. Το καινούργιο καθήκον απιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη δουλειά της περιπολίας, και η ένταση φτάνει σε σημείο έκρηξης.

Ενα γλυκόπικρο επεισόδιο από τη ζωή ενός χαμινιού. Ο δεκατριάχρονος Βόλφγκαγκ βρίσκει τυχαία το κεφάλι ενός αγάλματος. Τα εύρετρα για την επιστροφή του αγάλματος είναι 5.000 μάρκα. Το αγόρι πηγαίνει στο σπίτι του ιδιοκτήτη για να πάρει την αμοιβή. Πρόκειται για ένα όμορφο σπίτι στις παρυφές της πόλης. Εκεί συναντά μια ηλικιωμένη γυναίκα που έχει πάθει εγκεφαλικό και βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου. Ζει μαζί με το γιο της και μια πολωνέζα νοσοκόμα. Ο γιος προτείνει στο παιδί να τον φιλοξενήσουν. Με την προοπτική να περάσει όμορφα κι ανέμελα λίγο καιρό, το αγόρι δεν αποκαλύπτει ότι έχει το κεφάλι του αγάλματος, και μένει στο σπίτι. Ωστόσο, πολύ σύντομα ανακαλύπτει το λάθος του. Παρ' ότι δεν μιλάει και είναι καθηλωμένη σε μια αναπηρική καρέκλά, η ηλικιωμένη γυναίκα αρχίζει ξαφνικά να "μεταδίδει" παράξενα μηνύματα. Θέλει κάτι από τον μικρό, κι η ηρεμία του μικρού χάνεται.

Μια κωμωδία εκδίκησης και αυτογνωσίας. Τρεισ άσωτοι Λονδρέζοι - ο περματημένος νεαρός Ειντζελ Φάρνχαμ, ο αριστερός βουλευτής Χάρι Ρόμπερτς και η παρουσιάστρια ενός τηλεπαιχνιδιού Αντρια Γουόλις- εγκαταλείπουν τον καινούργιο τους φίλο Σον μετά από ένα ξέφρενο πάρτι. Αργότερα, το πτώμα του Σον ανακαλύπτεται στο ποτάμι. Στη συνέχεια, τους επισκέπτεται μια μυστηριώδης γυναίκα, που η είσοδός της στη ζωή τους προκαλει μια σειρά από κακοτοπιές. Οι ζωές τους ξεφεύγουν, πλεόν, από κάθε έλεγχο και κατευθύνονται στην καταστροφή. Καθώς όλο και περισσότερα πτώματα εμφανίζονται, η ηρωίδα ανακαλύπτει ποιος ήταν ο πραγματικός Σον και τι συνέηβ τελικά εκείνη τη μοιραία νύχτα.

Ένας χήρος αρχιτέκτονας αφηγείται στον ιατροδικαστή πώς πέθανε η κόρη του στο απομονωμένο χωριό τους, όπου ζούσαν μαζί με την οικονόμο του σπιτιού και την κόρη της. Μέσα από δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις που απηχούν μια όψη της ελληνικής πραγματικότητας, το μόνο πραγματικό και χειροπιαστό γεγονός δεν είναι άλλο από τον θάνατο της κοπέλας.

Δυο αδέλφια, η Ζωή και ο Λου (Ηλίας), περνούν τα παιδικά τους χρόνια στην Ελευσίνα, μαγαλώνοντας χωρίς να έχουν σχεδόν καμιά επίβλεψη. Οταν φτάνουν στην ηλικία των δέκα χρονών αντίστοιχα, χωρίζονται και περνούν τα επόμενα πέντε χρόνια σε ορφανοτροφεία και σε σωφρονιστικά ιδρύματα. Στο μεταξύ, η Ζωή γνωρίζει τον έρωτα με έναν άντρα ο οποίος, αμέσως μετά, εξαφανίζεται. Τα δυο αδέλφια ξανασυναντιούνται στην κηδεία της μητέρας τους. Αποφασίζουν να το σκάσουν από τα ιδρύματα. Χωρίζουν και πάλι, καθώς η Ζωή αφήνει τον Λου για να πάει στην Αθήνα και να ψάξει να βρει τον αγαπημένο της. Ο Λου αναζητά τη Ζωή. Ο καθένας τους διανύει τη δική του πορεία μύησης και δοκιμασίας. Στο τέλος, τους περιμένει μια αποκάλυψη.

Στο επίκεντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται η ψύχωση του Μάρτιν για τη μικρότερη αδελφή του, την Ντάντχε, την οποία βιντεοσκοπεί συνεχώς. Αντιλαμβανόμαστε πως κάτι συνέη την εποχή που τα δυο αδέλφια ήταν ακόμη μικρά, γεγονός που έγινε αιτία για τον μακρόχρονο χωρισμό τους και τη μεταξύ τους ένταση. Κάποια στιγμή, η Ντάντχε και ο Μάρτιν απομονώνονται και, σταδιακά, ξαναθυμούνται κάποια ξεχασμένα περιστατικά της παιδικής τους ηλικίας.

Επειτα από μια οικογενειακή τραγωδία για την οποία ευθύνεται ο ίδιος, ο Ισμαήλ και ο μικρότερος αδελφός του, Μουλούντ, γίνονται δεκτοί με αγάπη από την οικογένεια του θείου τους στη Μασσαλία. Ο Ισμαήλ αναλαμβάνει την ευθύνη να στείλει τον Μουλούντ πίσω στην Τυνησία, όπου ζουν οι γονείς τους, αλλά εκείνος αρνείται να επιστρέψει. Για να αποφύγει να τον στείλουν εκεί, το σκάει και κάνει παρέα με έναν επικίνδυνο έμπορο ναρκωτικών. Ο Ισμαήλ προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να τον βρει. Δουλεύει στην οικοδομή του θείου του, πιάνει φιλίες με το γιο του αφεντικού και ερωτεύεται τη φίλη του γιου. Ομως, ένα πράγμα τον απασχολεί συνεχώς: πρέπει να καταφέρει να σώσει τον μικρό του αδελφό.

Μια ταινία όπου οι ασυνήθιστες αφηγηματικές τεχνικές παράγουν ένα συνειρμικό μωσαϊκό από αναμνήσεις και αποσπάσματα καθημερινής ζωής. Εικόνες χαμένων, αλλά παθιασμένα αναζητούμενων, δεσμών, ένας Αποκαλυπτικός κόσμος στον οποίο ο χρόνος, η λογική και οι καθιερωμένες αξίες μοιάζουν να συντίβονται. Η ταινία δημιουργεί την αίσθηση ενός διαδρόμου ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, ενός διαδρόμου που έχει πολλές πόρτες, αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος για το που οδηγούν.

Ο Κρεσιέντσο δουλεύει στην Εταιρεία Φυσικού Αερίου της Νάπολης. Πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι και ελέγχει τους μετρητές του γκαζιού. Τριαντάρης και χοντρός, μένει ακόμα με την οικογένειά του και δεν έχει φίλους. Είναι ερωτευμένος με την Τζουλιάνα, συνάδελφο του αδελφού του στο εργαστήριο επισκευής ηλεκτρονικών. Καθώς η κοπέλα παρενοχλείται από τον ιδιοκτήτη του εργαστηρίου, ο Κρεσιέντσο αποφασίζει να παλέψει με τον γέρο, σύμβολο του Κακού, με όλη του την καταπιεσμένη δύναμη. Αυτή είναι και η μόνη του αντίδραση. Αλλά θα αποβεί μοιραία.

Υπέρ των μισούντων και αγαπώντων ημάς.
ΛΑΘΟΣ ΑΦΙΕΡΩΣΗ
ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΦΥΓΕΙΣ
ΕΓΩ 'Η ΜΗ
Τ' ΑΚΟΥΣΑ Σ' ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ
Η μεγαγχολία ρέει και γεμίζει το χώρο. Με χρόνους παράλληλους. Οι ώρες που συνυπάρχουν και συμπλέκονται. Και ο κόσμος& σαρκοβόρος μηχανισμός. Μια κάθοδος αρχίζει, μια βύθιση ρυθμική στο πάχος της μνήμης. Στον τόπο που το κακό εμφανίζεται με τη μορφή του καλού. Ωσπου η μνήμη δεν καθηλώνει πια, δεν επαναλαμβάνει, μέσα της γλιστράει μια νέα οπτική. Οι ώρες ανασυντίθενται χωρίς θόρυβο. Και η Σπένδω πορεύεται από τη βίαιη εξάρτηση στην αποδοχή του προσωπικού της βλέμματος.

Η Γιουρίκο κι ο Τακάσι είναι παντρεμένοι τρία χρόνια, και η ζωή τους κυλά, τουλάχιστον φαινομενικά, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Κάποια στιγμή, ο Τακάσι παρατηρεί ότι, τελευταία, η γυναίκα του φέρεται κάπως περίεργα. Συχνά λείπει από το σπίτι χωρίς προφανή λόγο. Κάποια μέρα αποφασίζει να την ακολουθήσει, και ανακαλύπτει ότι παλεύει μόνη της να σώσει το σπιτικό τους από κάποια "οργάνωση που σχεδιάζει μια φοβερή συνωμοσία". Η ιατρική διάγνωση μιλάει για σχιζοφρένεια, κι ο Τακάσι προσπαθεί να απαλλάξει τη γυναίκα του από τον εφιάλτη της.