66ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ → 9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025
ΑΡΧΕΙΟ 32ου ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
30 Σεπτεμβρίου → 6 Οκτωβρίου 1991


Κάθε πρωί η Ελσα -σύζυγος και μητέρα- ετοιμάζει πρωινό, χαιρετάει τον άνδρα της που φεύγει για τη δουλειά και «εμπλουτίζει» το σάντουιτς του μικρού της γιου για το σχολείο. Η Ελσα όμως, όλα αυτά τα κάνει με το δικό της ξεχωριστό τρόπο.

Ένα μεσοαστικό ζευγάρι στην Αθήνα, ζει μια συμβατική τυπική ζωή. Ο Μάριος εξελισσόμενος δικηγόρος κινείται με στόχο την επαγγελματική του επιτυχία και την κοινωνική άνοδο. Η Μαργαρίτα ζώντας στη σκιά του άνδρα της χωρίς προσωπική επαγγελματική δραστηριότητα ακολουθεί τους ρυθμούς που της υποβάλλει η συζυγική σχέση. Δείχνουν να έχουν συνηθίσει αυτή την κατάσταση αποφεύγοντας να μιλήσουν ο ένας στον άλλον με ειλικρίνεια έχοντας σαν πρόφαση τα δυο τους παιδιά που σπάνια βλέπουν και το ενδιαφέρον τους γι? αυτά είναι κυρίως εξωτερικό. Ο Μάριος παράλληλα διατηρεί ερωτική σχέση με τη Μυρτώ, μια νεαρή δικηγόρο που είχε κάποτε βοηθό στο γραφείο του. Μια μέρα στο δικαστήριο ο αντίδικος δικηγόρος παθαίνει κρίση γαστρορραγίας κι ο Μάριος δίνει αίμα. Από την διεύθυνση αιμοδοσίας μαθαίνει πως είναι φορέας του AIDS. Το σοκ είναι μεγάλο. Ο Μάριος Νιώθει ότι όλα γκρεμίζονται, η καριέρα του, οι σχέσεις η οικογένεια.

Ο Παναγιώτης κερδίζει στο χαρτοπαιχτικό καφενείο του χωριού του, το εισιτήριο για την πόλη των ονείρων του. Ο Antony εγκαταλείπει το αριστοκρατικό σπίτι του για τη δύσκολη ζωή του δασκάλου. Συναντιούνται στο Λονδίνο στη διάρκεια μιας βίαιης συμπλοκής.

Μια παλιά ιστορία με δασκάλες, μαθητές, ασκήσεις και λάθη. Την εποχή που διαδραματίζεται η αφήγηση, πριν από τριάντα περίπου χρόνια, ανάμεσα στους μαθητές και οι δασκάλες τους επικρατούν αυστηρές σχέσεις γεμάτες προκαταλήψεις και παρεξηγήσεις.

Εξαιτίας ενός ανεξήγητου μετεωρολογικού φαινομένου, ο ήλιος σταματάει ξαφνικά ψηλότερο σημείο της τροχιάς του. Δεν υπάρχει πια νύχτα. Ταυτόχρονα εμφανίζονται τα πρώτα κρούσματα μιας θανατηφόρας επιδημίας: τα κύτταρα του οργανισμού σταδιακά νεκρώνονται και γίνεσαι ανίκανος να αισθανθείς οποιαδήποτε επιθυμία, οποιοδήποτε πάθος. Μόνο αυτοί που ζουν έντονα, που αγαπούν με πάθος μπορούν ν? αντισταθούν στην αρρώστια.

Μεγάλωσε σε μια όμορφη πόλη. Με τα χρόνια την είδα να καταστρέφεται και να συγκεντρώνει τέσσερα εκατομμύρια έλληνες που προσπαθούν να επιβιώσουν. Τον Αύγουστο φεύγουν, γυρίζουν στα χωριά τους ή καταφεύγουν στις κοντινές παραλίες. Μένουν στην Αθήνα οι μοναχικοί ή αυτοί που την προτιμούν έρημη Οι ήρωες της ταινίας αντιπροσωπεύουν αυτές τις κατηγορίες. Ψάχνουν για παρέα, για έρωτα, για επικοινωνία. Μια γυναικεία φιγούρα σ' ένα φωτισμένο παράθυρο, δυο ματιές στο άδειο βαγόνι του ηλεκτρικού, μια άγνωστη αντρική φωνή απ' το τηλέφωνο, μπορεί να ξεκινήσουν μια σχέση ανθρώπινη. Κανείς δεν ξέρει που μπορεί να καταλήξει μια γνωριμία. Κυριαρχεί η ανάγκη για επαφή αδιαφορώντας για το τίμημα. Τρεις ιστορίες ζωής στην αυγουστιάτικη Αθήνα τις συνδέει η μοναξιά, η ανάγκη για επαφή και η πανσέληνος.

Πέντε πρόσωπα -που θα μπορούσε να είναι ένα- συγκλίνουν πρόσκαιρα στο χωριό μιας ανασκαφής τις ημέρες της φθινοπωρινής ισημερίας. Δίπλα στις αρχαίες πέτρες θα επαναλάβουν για άλλη μια φορά -τη δική τους, τη σημερινή- το προπατορικό παιχνίδι.

Ο Ανδρέας είναι ένας απλός κλέφτης αυτοκινήτων. Τα αυτοκίνητα που κλέβει τα παραδίδει σε συγκεκριμένα πρόσωπα με τα οποία έχει ελάχιστες σχέσεις. Οι μοναδικοί του φίλοι είναι μια πόρνη, που τον βοηθά στις «επιχειρήσεις» του. Κάποια μέρα συναντά τυχαία την Ισμήνη, που εισβάλλει στη ζωή του κάτω από παράξενες συνθήκες και τον παρασύρει σ? ένα επικίνδυνο παιχνίδι.

Η ταινία βασίζεται στο διήγημα του Εμ. Ροϊδη «το παράπονο του νεκτοθάφτου», που γράφτηκε το 1895. Αφηγείται άλλοτε σ? ένα ιλαρό και άλλοτε σε τραγικό τόνο την πορεία ενός ανθρώπου προς την καταστροφή από τη στιγμή που παρασύρθηκε από τις σειρήνες της Πολιτικής και προσπαθεί να μιλήσει για μια πραγματική Ελλάδα έτσι όπως δεν θέλουν να την παρουσιάσουν οι κυβερνήτες και οι διαφημιστές της. Ο κεντρικός ήρωας, ένας Συριανός ψαράς και κτηματίας, πουλάει την περιουσία του και ακούγοντας τις εσφαλμένες πληροφορίες και υποσχέσεις ενός βουλευτή, αγοράζει μετοχές κι έρχεται στην Αθήνα για μια καλύτερη ζωή. Η περιουσία του γρήγορα εξανεμίζεται στο χρηματιστήριο και ο ήρωας διορίζεται από το βουλευτή του νεκροθάφτης σε συνοικιακό νεκροταφείο.

Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 1950. Μια εποχή με πολλές ομοιότητες με τη σημερινή. Ο Αντώνης Μπάρκας, σπουδαίος καραγκιοζοπαίχτης της εποχής του, βλέπει την τέχνη του να σβήνει. Το κοινό του παραδοσιακού θεάτρου σκιών εγκαταλείπει το θέαμα με το οποίο διασκεδάζει για έναν περίπου αιώνα και ακολουθεί τον κινηματογράφο που εξαπλώνεται με ταχύτητα στις πόλεις και την επαρχία.

Ο Μαρσέλ Σπαντίς, συγγραφέας, ποιητής, δραματουργός είναι λάτρης του τσίρκου, που αποτελεί πηγή έμπνευσής του, «γιατί κινδυνεύεις εκεί πραγματικά να σκοτωθείς», όπως ο ίδιος λέει. Με τη βοήθεια της φίλης του Ελεν καταφέρνει να γοητεύσει το Φραντζί-Αλί Αουσίν, ένα βοηθό σε τσίρκο που ονειρεύεται να γίνει ένας μεγάλος σχοινοβάτης. Ο Μαρσέλ αποφασίζει να αναλάβει την εκπαίδευσή του και του επιβάλλει μια σιδερένια πειθαρχία. Ο Φραντζί Αλί διακινδυνεύει τη ζωή του για ν? ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Μαιτρ. Η ξαφνική εξαφάνηση του νεαρού Φρέντι στη διάρκεια μιας πρόβας θ? ανατρέψει την ισορροπία της κατάστασης.

Ο Τζωνυ Κελν, ένας φτηνός αγαπητικός, φέρνει από την επαρχία στην Αθήνα, μια πόρνη, τη Μίτση και την κόρη της τη μικρή Σόνια. Διάφορα φαντάσματα από το παρελθόν θα επιταχύνουν την πτώση του Τζώνυ στον πάτο του κόσμου του. Ο μοναδικός άνθρωπος που θα του συμπαρασταθεί θα είναι η μικρή και άδολη Σόνια. Ομως ο Τζώνυ, φονιάς κι εκμεταλλευτής γυναικών θα είναι σε θέση να εκτιμήσει την προσφορά της;

Αλκυονίδες ημέρες. Επιστροφή στο χώρο της παιδικής ηλικίας. Ο Αλέξανδρος, νέος μουσικός που ζει στο εξωτερικό, επιστρέφει για μια μέρα στο νησί του. Ο έρημος τόπος ανακαλεί συνεχώς το παρελθόν, οι τσακωμοί των γονιών, τα παιδικά παιχνίδια, ο παλιός του φίλος, ο Δημήτρης ο λυράρης. Περνώντας απ? το πατρικό, εγκαταλελειμμένο σπίτι -κλειστό από τότε που χώρησαν οι δικοί του- συναντάει απροσδόκητα τον πατέρα του.

Σε ένα σύγχρονο παιδικό δωμάτιο, η τηλεόραση παίζει ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας. Ρομπότ-εκτελεστές και άλλες ειδικές δυνάμεις, εξαφανίζουν κάθε ίχνος ανθρώπινης ζωής σε προεπιλεγμένες περιοχές διάφορων πόλεων, στα πλαίσια δοκιμής ενός νέου προγράμματος καταστολής. Τα ντεκόρ, τα μηχανήματα και τα ρομπότ που «παίζουν» στην ταινία, είναι τα ίδια με τα παιχνίδια του μικρού που παρακολουθεί την προβολή. Στα ψέματα.

Ενας 35άρης μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ -επισκέπτεται μια πλούσια βιομηχανική πόλη της Μακεδονίας για λογαριασμό Ελληνοαμερικανών που θέλουν να κάνουν επενδύσεις με συμμετοχή του ντόπιου κεφαλαίου. Σύνδεσμός του με τους ντόπιους επιχειρηματίες είναι μια πόρνη πολυτελείας. Στο πρόσωπό του βλέπει τη χρυσή ευκαιρία ν? αλλάξει ζωή, ακολουθώντας τον πίσω στις ΗΠΑ. Ετσι αποχαιρετάει το μικρό της φίλο, ένα αγόρι που κάνει κοπάνες από το σχολείο και τριγυρνάει στα εργοστάσια που ζώνουν την πόλη κι ευθύνονται για τα έντονα αναπνευστικά προβλήματα των κατοίκων -ιδίως των παιδιών. Ο ταξιδιώτης από την πλευρά του προσπαθεί να ξεχάσει πως ο πατέρας του είναι γιατρός και να παραμείνει επαγγελματίας.

Ο Μιχάλης κι ο Περικλής, φίλοι αγαπημένοι, περνούν λίγες μέρες, κυνηγώντας αγριόπαπιες στη λιμνοθάλασσα. Οι στοιχειώδεις συνθήκες διαβίωσης εξάπτουν τα ένστικτά τους. Οι διαφορετικοί τους χαρακτήρες συγκρούονται διαρκώς. Η φιλία τους, όμως, δοκιμάζεται με την εμφάνιση της Μάνιας. Η σύγκρουσή τους μεταφέρεται σε έναν ανταγωνισμό διεκδίκησής της.

Ενας νέος ρεπόρτερ στη διάρκεια ενός ρεπορτάζ στα σύνορα, ανακαλύπτει μια πόλη, ένα πρόσωπο και μια εικόνα. Η πόλη, μια μικρή συνοριακή πόλη έχει χαρακτήρα «άκρης του κόσμου». Οι ντόπιοι την ονομάζουν «αίθουσα αναμονής», γιατί την κατοικούν πρόσφυγες από άλλες χώρες που κάποτε πέρασαν κρυφά τα σύνορα και ζουν εκεί σε γκέτο, ονειρευόμενοι να φύγουν, να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους «αλλού».
Το πρόσωπο είναι ένας ηλικιωμένος πρόσφυγας που ζει εκεί καλλιεργώντας ένα χωράφι αλλά που ο νεαρός ρεπόρτερ είναι σίγουρος πως είναι το ίδιο πρόσωπο με μια προσωπικότητα της Ελληνικής πολιτικής ζωής που εξαφανίστηκε πριν μερικά χρόνια, αφήνοντας ερωτηματικά γύρω από την εξαφάνισή του.
Η εικόνα τέλος, είναι ο εαυτός του πάνω στην γέφυρα -από κάτω περνάει ένα ποτάμι- που χωρίζει τη χώρα του με τις άλλες, με το ένα πόδι σηκωμένο στον αέρα σαν πελαργός. Αν κάνω ένα βήμα, είμαι αλλού, ή πεθαίνω. Ένα φιλμ με χρώματα σκουριάς, πάνω στη μελαγχολία αυτού του τέλους του αιώνα.

Ο Αγιος ζήτησε να φτιάξουμε μια πίττα για να συχωρεθεί η μάνα του που βασάνισε του εννιά χριστιανούς. Εκείνη αντί για εννιά υλικά έφτιαξε μια τούρτα με όλα τα καλά της κουζίνας της. Νόμιζε πως ο Αγιος ήθελε να γεμίσει τα στομάχια των φτωχών.
Πανηγύρι - Λιτανεία - Εμπόριο - Προσκυνητές - Κοριτσάκια - Τελετή. Μπουνιές, κλωτσιές, κυνηγητό: Οι ζητιάνοι κρεμασμένοι στο γκρεμό. Η πίττα της φαγώθηκε από άγρια σκυλιά ράτσας. Είχε παρακαλέσει τον Αγιο να πάει καλά η σοδειά και στα χωράφια της φύτρωσαν πολυκατοικίες.
ΘΕΟΣΧΩΡΕΣΤΗΜΑΝΑΤΟΥΑΗΦΑΝΟΥΡΗ